ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER
ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ MY ANALYSI

Γιατί κάποιοι από εμάς έχουν το “γλυκό δόντι”;

Είναι γνωστό ότι η υπερβολική κατανάλωση ζάχαρης έχει αρνητικές επιπτώσεις στην υγεία μας. Ωστόσο, είναι ενδιαφέρον το γιατί κάποιοι άνθρωποι είναι “ενθουσιασμένοι” με τα γλυκά τρόφιμα, ενώ κάποιοι άλλοι μπορούν εύκολα ν’ αντισταθούν σ´ αυτά. Μια νέα μελέτη το ερευνά.

get the
info

circles2

ΟΤΙ ΧΡΕΙΑΖΕΤΑΙ ΝΑ ΞΕΡΕΤΕ

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ

Μια νέα μελέτη εξηγεί γιατί ορισμένοι από εμάς μπορούν ν´ αντισταθούν δυσκολότερα μπροστά σ´ αυτό το νόστιμο cupcake.

Τα Κέντρα Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων (CDC) προειδοποιούν ότι μεγάλος αριθμός ανθρώπων στις Ηνωμένες Πολιτείες προσλαμβάνει με την διατροφή του σημαντικές ποσότητες ζάχαρης με αποτέλεσμα την πρόκληση σοβαρών προβλημάτων υγείας όπως καρδιοπάθειες, σακχαρώδης διαβήτης τύπου 2 και παχυσαρκία.

Ωστόσο, ενώ για κάποιους είναι σχετικά εύκολο ν´ απέχουν από την κατανάλωση γλυκών για κάποιους άλλους αυτό μπορεί να είναι ιδιαιτέρα περίπλοκο. Είναι θέμα θέλησης ή κάποια βιολογική εξήγηση υπάρχει γι’ αυτό;

Σε παλαιότερη μελέτη με τρωκτικά διαπιστώθηκε ότι μια ορμόνη που εκκρίνεται από το ήπαρ, η FGF21, «καταστέλλει την διάθεση πρόσληψης γλυκών». Ομοίως, μια άλλη μελέτη σε πρωτεύοντα θηλαστικά κατέληξε στο ίδιο συμπέρασμα για την δράση αυτής της ορμόνης.

Στο ίδιο θέμα νέα έρευνα -που δημοσιεύθηκε πρόσφατα στο περιοδικό Journal Cell Metabolism- εξετάζει το εάν η ορμόνη FGF21 (Fibroblast growth factor 21) έχει την ίδια επίδραση στους ανθρώπους και εάν οι διακυμάνσεις της ορμόνης αυτής μπορεί να εξηγήσουν την αυξημένη επιθυμία για πρόσληψη ζάχαρης.

Οι άνθρωποι με μεταλλαγές στο γονίδιο που κωδικοποιεί την ορμόνη FGF21 έχουν 20% περισσότερες πιθανότητες να έχουν το “γλυκό δόντι”.

Η έρευνα είχε ως επικεφαλείς τους Matthew Gillum (επίκουρο καθηγητή βιολογικών επιστημών) και Niels Grarup (αναπληρωτή καθηγητή μεταβολισμού και γενετικής) και οι δυο από το Πανεπιστήμιο της Κοπεγχάγης στη Δανία.

Στην έρευνα με την ονομασία Inter 99 εξετάσθηκαν τα στοιχεία μιας υπάρχουσας μελέτης με περισσότερους από 6.500 Δανούς συμμετέχοντες. Χρησιμοποιώντας τις πληροφορίες

που έδωσαν οι ίδιοι οι συμμετέχοντες, η Inter 99, μελέτησε το μεταβολισμό, τον τρόπο ζωής καθώς και τη διαιτητική συμπεριφορά τους.

Οι ερευνητές μέτρησαν ταυτόχρονα τα επίπεδα χοληστερίνης και γλυκόζης στο αίμα των συμμετεχόντων και στη συνέχεια προέβησαν στην αλληλούχηση του γονιδίου FGF21 που κωδικοποιεί την σύνθεση της ορμόνης σε μια προσπάθεια να προσδιοριστούν πιθανές μεταλλαγές.

Κατά την γονοτυπική έρευνα εξετάσθηκαν με μεγαλύτερη προσοχή δύο μεταλλαγές του γονιδίου που είχαν συνδεθεί στο παρελθόν με αυξημένη κατανάλωση υδατανθράκων – rs838133 και rs838145. Η μελέτη διαπίστωσε ότι οι άνθρωποι που έφεραν μία από τις δύο μεταλλαγές είχαν 20% περισσότερες πιθανότητες να καταναλώνουν τακτικά μια μεγάλη ποσότητα γλυκών σε σχέση μ´ εκείνους που δεν έφεραν καμία από τις μεταλλαγές.

«Αυτές οι μεταλλαγές είναι πολύ σταθερά συσχετισμένες με την αυξημένη πρόσληψη γλυκών», αναφέρει ο Gillum.

Επιπλέον, η μελέτη διαπίστωσε ότι οι μεταλλαγές αυτές πιθανόν συσχετίζονται με μεγαλύτερη κατανάλωση αλκοόλ και αυξημένη διάθεση για κάπνισμα, πράγμα το οποίο, θα χρειαστούν περισσότερες μελέτες προκειμένου να επιβεβαιωθεί.

Τα επίπεδα της FGF21 επί νηστείας, είναι 50% υψηλότερα μεταξύ εκείνων που δεν “ενθουσιάζονται ” με τα γλυκά.

Οι ερευνητές στη συνέχεια διεξήγαγαν μια δεύτερη κλινική μελέτη προκειμένου να επιβεβαιώσουν τα ευρήματα του πρώτου κύκλου.

Εξέτασαν τη σχέση μεταξύ των επιπέδων της FGF21 επί νηστείας και την προτίμηση για γλυκά τρόφιμα μεταξύ 86 «νέων, υγιών και μη παχύσαρκων» συμμετεχόντων.

Οι συμμετέχοντες συμπλήρωσαν ένα ερωτηματολόγιο που τους ρωτούσε για τις προτιμήσεις τους στα γλυκά, αλμυρά και λιπαρά τρόφιμα. Οι ερευνητές μέτρησαν τα επίπεδα της FGF21 στο αίμα, αφού προηγουμένως οι συμμετέχοντες είχαν παραμείνει νηστικοί επί 12ώρο. Στη συνέχεια τους ζητήθηκε να καταναλώσουν ίσες ποσότητες ζάχαρης και ακολούθησε μέτρηση των επίπεδων της ορμόνης στον όρο τους 5 ώρες μετά την πρόσληψη.

Κατά την πρώτη μέτρηση (12ωρο νηστείας) τα επίπεδα της FGF21 ήταν 50% υψηλότερα μεταξύ εκείνων που δεν “ενθουσιάζονται” από γλυκά σε σχέση μ’ εκείνους που τα επιθυμούν. Κατά την επόμενη μέτρηση (μετά την κατανάλωση της ζάχαρης) η FGF21 αυξήθηκε περίπου το ίδιο και στις δύο ομάδες.

Στο επόμενο χρονικό διάστημα, οι Gillum και Grarup ελπίζουν να πραγματοποιήσουν ανάλογη έρευνα σε πολύ μεγαλύτερη κλίμακα προκειμένου να κατανοήσουν καλύτερα τις επιπτώσεις της αύξησης και μείωσης των επιπέδων της FGF21 αίμα σε σχέση με την αυξημένη διάθεση κατανάλωσης γλυκών, όσο και την “συμμετοχή” της σε διάφορες μεταβολικές ασθένειες όπως η παχυσαρκία και ο διαβήτης.