ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER
ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ MY ANALYSI

Anti-TNF παράγοντες

Οι anti-TNF είναι βιολογικοί παράγοντες που στοχεύουν στον παράγοντα νέκρωσης όγκων (Tumor Necrosis Factor, TNF) και χρησιμοποιούνται στη θεραπεία χρόνιων φλεγμονωδών νόσων όπως η φλεγμονώδης νόσος του εντέρου, η ρευματοειδής αρθρίτιδα, η σπονδυλαρθρίτιδα, η αγκυλοποιητική σπονδυλίτιδα και η ψωρίαση κατά πλάκας

get the
info

circles2

ΟΤΙ ΧΡΕΙΑΖΕΤΑΙ ΝΑ ΞΕΡΕΤΕ

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ

Οι παράγοντες νέκρωσης των όγκων (TNF) είναι κυτοκίνες (ή κυτταροκίνες), ένα είδος πρωτεϊνών που ευθύνονται για την πρόκληση των φλεγμονών και υπάρχουν σε υψηλά επίπεδα στους ασθενείς που νοσούν από τις ασθένειες αυτές. Οι anti-TNF παράγοντες είναι μονοκλωνικά αντισώματα που δεσμεύουν τους παράγοντες νέκρωσης όγκων και αρχικά είχαν μελετηθεί για τη θεραπεία της ρευματοειδούς αρθρίτιδας. Έχει αποδειχθεί ότι αυτοί μπορεί να προκαλέσουν ύφεση της νόσου και να βελτιώσουν την ποιότητα ζωής του ασθενούς. Παρόλα αυτά, κάποιοι ασθενείς δεν ανταποκρίνονται στη θεραπεία αυτή, ενώ άλλοι χάνουν την ανταπόκριση, σταδιακά, με την πάροδο του χρόνου.

Ένα φάρμακο μπορεί να είναι αποτελεσματικό όταν βρίσκεται σε επαρκή συγκέντρωση στο αίμα. Η συγκέντρωση των anti-TNF παραγόντων στον ορό λίγο πριν την επόμενη ένεση, που ορίζεται ως η ελάχιστη συγκέντρωση, έχει χρησιμοποιηθεί για την παρακολούθηση του φαρμάκου. Πρόσφατα δεδομένα συσχέτισαν μια καλή κλινική απόκριση με επαρκείς συγκεντρώσεις του φαρμάκου στο αίμα, σε ασθενείς με φλεγμονώδη νόσο του εντέρου και ρευματοειδή αρθρίτιδα. Τα δεδομένα αυτά είναι πολύ σημαντικά για τη βελτιστοποίηση της θεραπείας και τον έλεγχο της σταδιακής απώλειας απόκρισης στο φάρμακο.

Η απώλεια της αποτελεσματικότητας συνήθως οφείλεται στην ανοσογονικότητα του φαρμάκου, που έχει ως αποτέλεσμα την παραγωγή αντισωμάτων έναντι των anti-TNF παραγόντων. Τα αντισώματα αυτά μπορεί να παραχθούν σε οποιονδήποτε ασθενή υποβάλλεται σε αυτή τη θεραπεία και εξουδετερώνουν τη δράση του φαρμάκου μέσω του σχηματισμού ανοσοσυμπλόκων, με αποτέλεσμα τη μείωση της συγκέντρωσης του φαρμάκου στον οργανισμό. Έτσι, σε περίπτωση χαμηλής συγκέντρωσης του anti-TNF παράγοντα μετά από μέτρηση των επιπέδων στο αίμα, η επακόλουθη μέτρηση των αντισωμάτων έναντι του παράγοντα αυτού είναι σημαντικός δείκτης και χρήσιμος οδηγός για τον προσδιορισμό της βέλτιστης θεραπείας.

Η χορήγηση των anti-TNF παραγόντων συνέβαλλε αποφασιστικά στην αντιμετώπιση της ρευματοειδούς αρθρίτιδας και στη βελτίωση της ποιότητας ζωής των ασθενών, αλλά σχετίζεται και με την εμφάνιση ορισμένων ανεπιθύμητων ενεργειών.

Οι πιο γνωστοί anti-TNF παράγοντες που χρησιμοποιούνται στην κλινική πρακτική είναι η αδαλιμουμάμπη (εμπορική ονομασία “Humira”), η ινφλιξιμάβη (εμπορική ονομασία “Remicade”), η ετανερσέπτη (εμπορική ονομασία “Enbrel”) κ.α.